βιβλιογνώστης

βιβλιογνώστης
ο , βιβλιογνώστρια η книговед

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "βιβλιογνώστης" в других словарях:

  • βιβλιογνώστης — ο (θηλ. τρία, η) αυτός που γνωρίζει την ιστορία, αξία, τιμή κ.λπ. των βιβλίων. [ΕΤΥΜΟΛ. < βιβλίο(ν) + γνώστης (πρβλ. γαλλ. bibliognoste). Η λ. βιβλιογνώστης μαρτυρείται στον Κωνσταντίνο Ασώπιο] …   Dictionary of Greek

  • βιβλιογνώστης — ο θηλ. βιβλιογνώστρια αυτός που έχει γνώσεις σχετικές με τα βιβλία: Αν θέλεις ν’ αγοράσεις βιβλίο, ρώτα τη γνώμη του γιατί είναι καλός βιβλιογνώστης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βιβλίο — Σύνολο φύλλων χαρτιού, περγαμηνής ή άλλου υλικού, τυπωμένων ή χειρόγραφων, δεμένων μαζί ώστε να αποτελούν έναν τόμο, προορισμένο για κυκλοφορία. Η ιστορία του β. καλύπτει μια περίοδο πάνω από 5.000 ετών και είναι κατά μεγάλο μέρος ιστορία του… …   Dictionary of Greek

  • γνώστης — ο (AM γνώστης) 1. αυτός που γνωρίζει καλά κάτι 2. έμπειρος, συνετός 3. προφήτης, μάντης αρχ. γνωστήρ, εγγυητής. [ΕΤΥΜΟΛ. < γιγνώσκω. ΠΑΡ. γνωστεύω, γνωστικός. ΣΥΝΘ. αναγνώστης, καρδιογνώστης, προγνώστης, φιλαναγνώστης αρχ. διαγνώστης,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»